Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Είναι οι λέξεις κάτι που φανερώνει ή κάτι που αποκρύπτει τα πράγματα;

 Η γλώσσα μεταβιβάζεται από τη μια γενιά στην άλλη και είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της πνευματικής παράδοσης ενός λαού. Η γλώσσα απαρτίζεται από λέξεις που μεταξύ τους συνδυαζόμενες παράγουν ένα ολοκληρωμένο νόημα και συμβάλλουν στην επικοινωνία των χρηστών μεταξύ τους σε μια κοινότητα. Κάθε λέξη σημαίνει κάτι είτε αυτό αναφέρεται απ΄ ευθείας στα πράγματα είτε αποτελεί μια σύμβαση των ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη εποχή. Ο συμβατικός χαρακτήρας κάθε γλώσσας έγκειται στο ότι οι λέξεις είναι επινοήσεις, στις οποίες έχουν επισυναφθεί κάποιες σημασίες.
Το θέμα αποτελεί μέρος γενικότερου φιλοσοφικού προβληματισμού που έχει την αφετηρία του από τις μελέτες των Αρχαίων Ελλήνων. Τα βασικά ερωτήματα που θέτουν οι Αρχαίοι είναι: α) ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα και τη φύση των πραγμάτων (Πλάτων) και β) ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα και τη λογική (Αριστοτέλης).

Ο Πλάτων αντιμετωπίζει το πρόβλημα γλώσσα / φύση μέσα στο διάλογο "Κρατύλος", στον οποίον παρουσιάζονται δυο αντικρουόμενες θέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, οι λέξεις, η φωνητική και μορφολογική τους δομή, συνδέονται κατά τρόπο φυσικό και αναγκαίο (φύσει) με τα πράγματα στα οποία αναφέρονται. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε η ανάλυση και μελέτη των λέξεων θα μας οδηγήσει πιο κοντά στην αληθινή γνώση της φύσης των πραγμάτων. Η αντίθετη γνώμη υποστηρίζει ότι οι λέξεις αποτελούν απλώς αυθαίρετα σύμβολα αναφοράς που έχουν γίνει αποδεκτά κατά τρόπο συμβατικό (θέσει) από τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας.

Η πρώτη άποψη (φύσει) στηρίζεται α) στην ονοματοποιία: βάρβαρος, κούκος, μουρμουρίζω κ.ά., β) στον φωνητικό συμβολισμό: ύδωρ, ροή, ρέω, δρόμος (κοινός ο φθόγγος ρ), γ) για περιπτώσεις που δεν καλύπτονταν από τις παραπάνω κατηγορίες ερμηνεύονταν ως μεταφορές:
Οι πρόποδες του βουνού, δ) σε ανάλυση σύνθετων λέξεων: Αστυάναξ (άστυ+άναξ = άναξ του άστεως).

Φαίνεται πως επικρατέστερη είναι η δεύτερη άποψη (θέσει), ότι οι λέξεις ως επί το πλείστον είναι σύμβολα τεθειμένα κατά σύμβαση. Κυριότερος εκφραστής θα γίνει αργότερα ο Ferdinand de Saussure, ο θεμελιωτής της νεότερης γλωσσολογίας. Ιδού ο δρόμος προς την έλευση του Saussure!
α) αιτιακή η σχέση λέξεων με πράγματα. Οι λέξεις απορρέουν απευθείας από τα πράγματα (βλ. Κρατύλο στον "Κρατύλο"). Προθεωρητική αντίληψη σύναψης ήχων με τα πράγματα: π.χ. η εικόνα του δέντρου με τον ήχο [dεndro]. Βλέπε επίσης Πρόκλο (Σχόλια στον "Κρατύλο" του Πλάτωνα 6, 10): «Δεν είναι, λοιπόν, λέει ο Πυθαγόρας, αρμοδιότητα του κάθε τυχόντος να θέτει ονόματα, αλλά είναι αρμοδιότητα εκείνου ο οποίος διαβλέπει τη σημασία και τη φύση των όντων. Άρα τα ονόματα είναι εκ φύσεως». Επίσης, ο Russel οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως τα πράγματα μπορούν να συζητηθούν μόνον μέσα από ονόματα που δεν αφήνουν αμφιβολία αν πραγματικά ονομάζουν κάτι ή όχι (π.χ. το όνομα Πλάτων). Η γνώση γι’ αυτόν αποτελεί την άμεση γνωριμία με τα πράγματα.
β) Ήδη στην αρχαιότητα η γλώσσα δεν συνδέεται απ΄ ευθείας με τα πράγματα (βλ. Ερμογένη στον "Κρατύλο" και 438c, 439b), αλλά μεσολαβεί η σκέψη. Η σκέψη των ανθρώπων, προσδιορισμένη σαφώς πολιτισμικά, είναι διαφορετική από κοινότητα σε κοινότητα και από εποχή σε εποχή για τον κόσμο και τη φύση των πραγμάτων. Ο πολιτισμός περνώντας από ατελέστερα στάδια σε τελειότερα γίνεται ο καθρέπτης της εκάστοτε σύμβασης του ανθρώπου με τον κόσμο και τα πράγματα διαμέσου της γλώσσας (π.χ. στον εμπλουτισμό της σημασίας κάθε λέξης). Η φυσική παρουσία των πραγμάτων, επομένως, δεν είναι αναγκαία, για να ειπωθεί η λέξη. Αρκεί μόνον να λειτουργήσει η ιδέα του πράγματος (π.χ. του δέντρου). Ως εκ τούτου, η σημασία κάθε λέξης διερχόμενη από τον ανθρώπινο νου επιδέχεται αλλοιώσεις, μετατροπές, εμπλουτισμούς, ώστε να μην καθίσταται πλέον δυνατή η απευθείας σχέση με τα πράγματα.

Επομένως, έχουμε:
- τα φαινόμενα του κόσμου (πραγματικότητα),
- τα φαινόμενα της ανθρώπινης εσωτερικότητας (σκέψη),
- τα φαινόμενα των λέξεων (γλώσσα).

Ο Saussure έθεσε την άυλη πνευματική οντότητα της γλώσσας. Δεν ορίζεται πλέον η γλώσσα με βάση την ύλη ή τον κόσμο. Η σκέψη εδώ χωρίζεται σε ακουστική εικόνα (όχι ήχος) και σε έννοια που είναι ένα σημείο. Δεν χρειάζεται να υπάρχει πλέον δέντρο (πραγματικότητα), αλλά αρκεί να ανακαλέσω την υπόσταση - έννοια ενός δέντρου και να ΄΄σκεφτώ΄΄ την ακουστική του εικόνα, δηλαδή το σημείο (΄΄δέντρο΄΄/ [dεndro]). Οποιαδήποτε σημείο είναι επιτρεπτό, αρκεί να είναι πιθανό – λογικό, έστω κι αν είναι φανταστικό – μη πραγματικό (π.χ. εξωγήινοι, Πήγασοι, Γκρέμλινς κ.ά). Κάθε σημείο μπορεί να ανακαλέσει με τη σειρά του κάποιο άλλο σημείο σχηματίζοντας, έτσι, μια απεριόριστη αλυσίδα από αλληλοσχετιζόμενα σημεία μέσα στο άπειρο. Εδώ ας δούμε το πώς λειτουργεί η (ερμική και απεριόριστη) σημείωσις κατά τον Umberto Eco και Pierce.
-Umberto Eco-
Ερμική σημείωση είναι η προχωρητική διαδικασία εξεύρεσης του νοήματος (σημείωση) με βάση την αναλογία ή την ομοιότητα που καταλήγει εκ νέου σε άλλο σημείο.
Την εξίσωση ΓΟΥΡΟΥΝΙ = ΤΣΑΟΥΤΣΕΣΚΟΥ την λαμβάνουμε μεσα απο την εξισωση ΦΥΣΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΧΟΙΡΟΥ = ΗΘΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΩΝ

-Pierce-
Απεριόριστη σημείωση κατ' εκείνον είναι η επ’ άπειρον "σημείωση" διαμέσου
ενός διερμηνεύοντος, που κι αυτό με τη σειρά του χρειάζεται περαιτέρω ορισμό. Έτσι, η δομή και η διαδικασία βρίσκονται σε ατελεύτητη δυναμική διάδραση.

Πίσω από κάθε λέξη υπάρχει μια έννοια που αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στον κόσμο. Τι είναι, όμως, έννοια; Αντιλαμβανόμαστε όλοι τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο; Αντιλαμβανόμαστε γενικά ή ειδικά τα πράγματα; Έτσι π.χ. η λέξη «γάτα» αφορά αναρίθμητες γάτες ή μια γάτα; Καθένας έχει στο μυαλό του μια δική του παράσταση (είδος) για τα πράγματα (π.χ. μια γάτα), αλλά, ωστόσο, όλοι έχουν υπόψη τους τα γενικά (γένος) χαρακτηριστικά που ιδιάζουν σε ένα πράγμα (π.χ. το γένος γάτα). Η έννοια, λοιπόν, εκφράζει τα ουσιαστικότερα, συγκριτικά, γνωρίσματα μιας ομάδας ομοειδών όντων που έχει μια αντικειμενικότητα (ιδωμένη ως κοινός παρονομαστής), αλλά δεν έχει και αντικειμενική υπόσταση (ιδωμένη ως προσωπική αντίληψη των πραγμάτων). Από πλευράς πραγμάτων υπάρχει αυτή η γενικότητα, ή μήπως είναι μια ιδιομορφία της ανθρώπινης νόησης που διαστρεβλώνει τη σχέση μας με κάθε ξέχωρο πράγμα; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε στοχαστές του Μεσαίωνα στα πλαίσια της «συζήτησης για τις καθολικές έννοιες» (λατ. Universale aut in re aut in intellectu). Κατά τον Θωμά Ακινάτη οι καθολικές έννοιες (σε συνάρτηση με νόημα, τάξη, σχήμα και σκοπό) χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
- universalia in re
- universalia ante rem (στο μυαλό του θεού)
- universalia post rem (στο μυαλό του ανθρώπου).

Οι οπαδοί που ισχυρίζονται πως οι έννοιες έρχονται πριν τα επιμέρους πράγματα είναι οι ρεαλιστές (πρότυπο ο Πλάτων). Οι οπαδοί που ισχυρίζονται πως οι έννοιες έρχονται μετά τα πράγματα είναι οι νομιναλιστές.


Τα όρια του κόσμου είναι τα όρια της γλώσσας. Το νοειν ταυτό τω όντι.

Κάθε εμπειρικό δεδομένο διέρχεται από τη νόηση και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τις προ-εμπειρικές (βλ. Ιμμ. Καντ) δομές των κατηγοριών και της εποπτείας του χωροχρόνου.

Γράφει ο Γλωσσολόγος Μένιους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου